Φέτος το καλοκαίρι οι διακοπές ξεκίνησαν διαφορετικά.
Δεν με βρήκαν σε κάποιο καράβι με προορισμό ένα νησί. Αντί γι’ αυτό, ξεκινήσαμε από την Αθήνα με κατεύθυνση το Μέτσοβο και με έναν ενθουσιασμό που είχε να κάνει με κάτι καινούργιο: για πρώτη φορά στη ζωή μου, μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, θα βρισκόμουν στο βουνό.
Και όχι απλώς στο βουνό. Θα ζούσα μια συναυλιακή εμπειρία που υποσχόταν πολλά — και μπορώ πλέον να πω πως δικαίως.
Φέτος ζήσαμε το Anilio Park Festival.
Η διαδρομή από την Αθήνα προς το Μέτσοβο τέτοια εποχή ήταν εύκολη και ξεκούραστη. Άδειοι δρόμοι, σχεδόν άδεια διόδια — δεν θέλεις και πολλά περισσότερα για να ξεκινήσει καλά ένα τριήμερο.
Φτάσαμε στο Μέτσοβο νωρίς, έχοντας αποφασίσει αυτή τη φορά να μην κατασκηνώσουμε. Για όσους όμως θέλουν να ζήσουν την εμπειρία πιο ολοκληρωμένα, το Anilio Park Festival διαθέτει μεγάλο χώρο για campers, με όλα όσα χρειάζεσαι για να περάσεις τρεις μέρες στο βουνό χωρίς ιδιαίτερη σκέψη: χώρο για σκηνές, φαγητό, καφέ, τουαλέτες και ντους.
Το χιονοδρομικό κέντρο του χειμώνα μεταμορφώνεται για λίγες ημέρες σε έναν ολόκληρο μουσικό και φεστιβαλικό πολυχώρο. Και κάπου εκεί αρχίζεις ήδη να καταλαβαίνεις τι κάνει το Anilio διαφορετικό.
Η πρώτη βραδιά
Η πρώτη μέρα του festival ξεκίνησε όπως έπρεπε.
Ο Πάνος Βλάχος έφερε στη σκηνή την εκρηκτική και σατιρική ενέργεια που χαρακτηρίζει τα live του, με τραγούδια, χιούμορ και συνεχή επικοινωνία με το κοινό. Οι εμφανίσεις του λειτουργούν πάντα λίγο περισσότερο σαν performance παρά σαν μια τυπική συναυλία, με τον ίδιο να αλλάζει ρυθμό και διάθεση από στιγμή σε στιγμή.

Η Ιουλία Καραπατάκη ακολούθησε με εκείνη τη χαρακτηριστική αμεσότητα που έχει μετατρέψει τα live της σε μία μεγάλη παρέα. Λαϊκό τραγούδι, συναίσθημα, χορός και ένα κοινό που πολύ γρήγορα άρχισε να τραγουδά μαζί της σαν να βρισκόταν γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι.

Η Κωσταντίνα Τούνη συμπλήρωσε τη βραδιά με τη δική της ξεχωριστή παρουσία, σε ένα live με σύγχρονο ήχο και άμεση επικοινωνία με τον κόσμο.

Κάπως έτσι, το πρώτο βράδυ μάς έβαλε για τα καλά στο κλίμα.
Η δεύτερη μέρα και μια στιγμή που δεν ήταν στο πρόγραμμα
Τη δεύτερη μέρα είχαμε πλέον εγκλιματιστεί πλήρως. Πήγαμε από νωρίς, καρφί στο μπαρ για μπύρα στο χέρι και στη συνέχεια μπροστά στη σκηνή, για να απολαύσουμε τη Μαρίνα Σπανού.
Φρέσκια, φωτεινή και γεμάτη από την ενέργεια της νιότης της, η Μαρίνα κινήθηκε ανάμεσα στην pop και την μπαλάντα, χωρίς να χρειάζεται πολλά για να κερδίσει το κοινό. Αν είσαι ερωτευμέν@ αυτή την περίοδο, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η Μαρίνα να μιλήσει κατευθείαν στην ψυχή σου.

Και μετά ήρθε ο ένας και μοναδικός Παύλος Παυλίδης.
Άλλο ένα καθηλωτικό live, από αυτά στα οποία κάποια στιγμή σταματάς να παρατηρείς απλώς τη σκηνή και συνειδητοποιείς ότι ολόκληρο το κοινό έχει γίνει ένα και απλώς το ζει.

Κάπου εκεί ήρθε και ένα από τα highlights ολόκληρου του τριημέρου. Μια από εκείνες τις στιγμές που δύσκολα προγραμματίζονται και γι’ αυτό έχουν ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Η Μαρίνα Σπανού βρισκόταν κάτω από τη σκηνή και τραγουδούσε τη «Σιωπή», όταν ο Παυλίδης τής έκανε ένα απλό νεύμα: ανέβα.
Η Μαρίνα έτρεξε στη σκηνή σχεδόν με παιδικό ενθουσιασμό και για τα επόμενα λεπτά παρακολουθήσαμε κάτι εντελώς αυθόρμητο. Ένα ντουέτο που δεν ξέραμε ότι χρειαζόμασταν, μέχρι τη στιγμή που συνέβη μπροστά μας.
Αυτές είναι άλλωστε οι στιγμές για τις οποίες πηγαίνεις σε festivals. Όχι μόνο για όσα γράφει το πρόγραμμα, αλλά κυρίως για όσα δεν γράφει.
Και τότε ήρθε ο Βασίλης.
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, το αιώνιο «έφηβο γεράκι», ανέβηκε στη σκηνή για να κλείσει τη βραδιά και κάπου εκεί δεν είχε πλέον μεγάλη σημασία πόσες φορές τον έχεις δει live.
Το κοινό γνώριζε κάθε στίχο. Τραγουδούσε, συγκινούνταν, φώναζε.
Μέχρι που μέσα στο βουνό ακούστηκε δυνατά το γνώριμο:
«Βασίλη, ζούμε για να σε ακούμε».
Και ναι, αυτή ήταν μία από εκείνες τις στιγμές που καταγράφονται κατευθείαν στις αξέχαστες.

Μια μέρα στο βουνό πριν από το τελευταίο live
Η τρίτη ημέρα ξεκίνησε από νωρίς, γιατί το APF δεν είναι μόνο οι συναυλίες του.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας υπάρχουν δραστηριότητες που εκμεταλλεύονται όσο γίνεται περισσότερο το ίδιο το τοπίο: πεζοπορία, τοξοβολία, mountain bike, παιχνίδια στην τεχνητή λίμνη σε σχήμα καρδιάς και φυσικά η βόλτα με το lift προς την κορυφή του βουνού.
Προσωπικό highlight, χωρίς δεύτερη σκέψη, το lift.
Για λίγα λεπτά αφήνεις πίσω σου τον κόσμο, τη μουσική και τον θόρυβο και ανεβαίνεις απολαμβάνοντας τη θέα από ψηλά μέσα σε απόλυτη ηρεμία.
Δεν ξέρω πόσα festivals μπορούν να σου προσφέρουν κάτι αντίστοιχο.
Και αυτό ακριβώς είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Anilio: δεν θα μπορούσε να πραγματοποιείται οπουδήποτε αλλού και να είναι το ίδιο festival.
Το τελευταίο βράδυ
Κατά τις 20:30 ο Εισβολέας κήρυξε ουσιαστικά την έναρξη της τρίτης και τελευταίας βραδιάς και μέσα σε ελάχιστο χρόνο όλοι χοροπηδούσαμε με τα χέρια στον αέρα.

Το κλίμα είχε ήδη αλλάξει.
Στη συνέχεια ο Γιάννης Χαρούλης ανέβηκε στη σκηνή με ένα setlist που είχε σχεδόν τα πάντα. Το κοινό ξεσηκώθηκε, τραγούδησε, χόρεψε και όταν ακούστηκε το «Σιμούν», ήρθε και το καθιερωμένο άναμμα των καπνογόνων για να απογειώσει τη βραδιά.

Ιδιαίτερη ήταν και η αναφορά του Χαρούλη στους Χαΐνηδες και στον Δημήτρη Αποστολάκη. Μια στιγμή ειλικρινούς μουσικής εκτίμησης προς μια μπάντα που, όπως χαρακτηριστικά είπε, έχει επηρεάσει βαθιά τους καλλιτέχνες της γενιάς του:
«Οι Χαΐνηδες πάνε τη μουσική μπροστά, χωρίς οι υπόλοιποι να χρειαστεί να κάνουμε ένα βήμα».
Λίγο αργότερα, οι ίδιοι οι Χαΐνηδες ανέβηκαν στη σκηνή για το μεγάλο φινάλε της βραδιάς — και του festival.
Ο χαρισματικός και ιδιοφυής Δημήτρης Αποστολάκης απευθύνθηκε στο κοινό με τον τρόπο που μόνο εκείνος ξέρει. Με λόγια που ξυπνούν συνειδήσεις, δημιουργούν ερωτήματα και θέτουν προβληματισμούς, υπενθυμίζοντας πως η μουσική, στις καλύτερες στιγμές της, δεν υπήρξε ποτέ απλώς διασκέδαση.
Και κάπου ανάμεσα στα τραγούδια θυμηθήκαμε ξανά πόσα αγαπημένα κομμάτια μάς έχουν χαρίσει οι Χαΐνηδες όλα αυτά τα χρόνια.
Λίγο πριν πέσει η αυλαία, σιγοτραγουδήσαμε γλυκά τις «Συνταγές Μαγειρικής».

Και κάπως έτσι τελείωσε.
Φεύγοντας από το Anilio Park Festival, ένιωθα εκείνη την ωραία υπερπληρότητα που σου αφήνουν οι εμπειρίες που τελικά ήταν καλύτερες από αυτό που είχες φανταστεί.
Τρεις μέρες μουσικής, βουνού, αυθόρμητων στιγμών, παρέας και μιας ενέργειας που δύσκολα μεταφέρεται αν δεν τη ζήσεις από κοντά.
Το ραντεβού ανανεώθηκε ήδη νοητά για του χρόνου.
Και οι διακοπές συνεχίζονται.


